Ο Κύριος V*

Ο Κύριος V* και οι “Εκδιδόμενοι” Ποιητές…

«Μεγάλωσα σε κείνα τα παλιά σπίτια, όπου το κατσαρολάκι με το αρωματισμένο με λεμόνι νερό σιγόβραζε πάνω σε σόμπες πετρελαίου, αναδίνοντας μια μυρωδιά αθωότητας, χωρίς να καταφέρνει πάντα να καλύψει την οσμή από τα ιδρωμένα σεντόνια. Εκεί η Στέλλα, μού τηγάνιζε πατάτες μετά το σχολείο και όταν δεν είχε δουλειά με κέρναγε σύντομες αλλά γενναιόδωρες δόσεις από την τέχνη της. Ένα μεσημέρι,  ο προστάτης της, μάς έπιασε στα πράσα.  –Πάλι παίζεις με το μούλικο; της φώναξε κι έκανε να τη χτυπήσει. Χωρίς να το σκεφτώ πετάχτηκα και στάθηκα μπροστά του, ανάμεσά τους. Ένα χέρι χοντρό χτύπησε με ορμή το αριστερό μου μάγουλο. Τα πάντα για λίγο σκοτείνιασαν κι ο κόσμος μου έπαψε από τότε να είναι ο ίδιος. Έσφιξα τα δόντια μου και αποφάσισα να μην με ξαναδείρουν ποτέ. Σήμερα 30 χρόνια μετά, εγώ κάνω κουμάντο στη πιάτσα. Τα κορίτσια μου με αγαπούν και οι πελάτες με σέβονται. Οι φίλοι μου με φωνάζουν “Κύριε V” – οι υπόλοιποι, “Κύριε”… σκέτο.»

Όταν πρόσφατα συνελήφθη ο Κύριος V, να προάγει ποιητές και άλλους λόγιους, αποκαλύφθηκε η φιλοσοφική του  παιδεία ως υπαίτια για την εγκληματική του δραστηριότητα  –πέραν από το χαστούκι… Το «γιατί πρέπει να εκδίδονται οι ποιητές;» ήταν το εύλογο ερώτημα…

Την απάντηση έδωσε επικαλούμενος τους Ludwig Wittgenstein και Martin Heidegger, αλλά αναφερόμενος σε αυτούς με τα μικρά τους ονόματα:

Πρώτα από όλα επειδή η γλώσσα έχει δημόσιο χαρακτήρα. Μπορεί να βιώνουμε συναισθήματα, εμπειρίες και νοήματα κι αυτά να μας οδηγούν σε πράξεις και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, λέει ο Lu, ένα παιδί χτύπησε και έβαλε τα κλάματα επειδή πονάει. Οι μεγάλοι του μαθαίνουν να αρθρώνει επιφωνήματα (άουτς, ωχ, αχ)  κι αργότερα να φτιάχνει προτάσεις και με αυτόν τον τρόπο του μαθαίνουν μια νέα συμπεριφορά στον πόνο… Κατ’ αυτή την έννοια η γλώσσα είναι μια μορφή συμπεριφοράς μέσα στο δημόσιο πλαίσιο. Μπορεί ο τρόπος που αισθάνεται κάποιος  τον πόνο, την χαρά, την λύπη, την ηδονή, την θέαση μιας καταιγίδας, τον θάνατο, το πάθος, να είναι ιδιωτικός, ως νοητικό γεγονός,  αλλά όταν αυτό που του συμβαίνει πρέπει να εκφραστεί ή να ειπωθεί, καθίσταται αυτομάτως δημόσιο. Όταν δηλαδή κάποιος λέει πονάω, συμβαίνουν δυο πράγματα. Το ένα είναι ότι βιώνει μια ιδιωτική κατάσταση, την οποία κανείς άλλος δεν μπορεί να βιώσει επακριβώς, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει και μια κοινοποίηση αυτής της κατάστασης. Η κοινοποίηση αυτή δεν μπορεί να γίνει με μια ιδιωτική γλώσσα αλλά με τρόπο σύμφωνο με τους κανόνες του «γλωσσικού παιχνιδιού» της κοινωνίας μέσα στην οποία κάτι κοινοποιείται. Αυτό είναι το ένα.

Το δεύτερο είναι ότι οι ποιητές (παραφράζοντας τον Βαλερύ) «φέρνουν μαζί το σώμα τους». Δεν μπορούμε να φανταστούμε κάτι άυλο να γράφει ή να απαγγέλει ποίηση. Αυτό που έχει κάποιος στο κεφάλι του, το συναίσθημα, η έμπνευση, η ιδέα, το βίωμα που θέλει να εκφραστεί, αυτή δηλαδή η «εσωτερικότητα» του ποιητή, δεν προηγούνται της σωματικότητάς του. Αντίθετα προκύπτουν από αυτήν γιατί ο ίδιος βρίσκεται μέσα στον κόσμο. Ο κόσμος είναι το πρωταρχικό υλικό από το οποίο φτιάχνονται τα ποιήματα.  Δεν γράφει κανείς ποίηση επειδή αγαπάει, πονάει, χαίρεται, οργίζεται, ποθεί, εκφράζεται ή κάνει τέχνη. Όλα αυτά του συμβαίνουν επειδή Είναι_Μέσα_στον_Κόσμο.

Ως ομιλούν ζώο ο άνθρωπος, χαρακτηρίζεται από αυτή την ιδιότητά του με συνέπεια η γλώσσα να αποτελεί την ουσία του Μέσα_στον_Κόσμο_Είναι. Για τον Martin συγκεκριμένα, η γλώσσα είναι το σπίτι του Είναι, αφού όντας μέσα στον κόσμο ο άνθρωπος βρίσκεται ταυτόχρονα μέσα στην γλώσσα.

Και οι ποιητές; Οι ποιητές, ως τεχνίτες της λέξεως δεσμεύονται από τον δημόσιο χαρακτήρα της γλώσσας και ταυτόχρονα από τον κόσμο χάρη στον οποίο η γλώσσα αποκτά περιεχόμενο και η ποίηση υλικό. Όπως δεν υπάρχει ιδιωτική γλώσσα έτσι δεν υπάρχει και ιδιωτική ποίηση. Ο Martin θεωρεί ότι η ποίηση, όπως κάθε μορφή τέχνης, επιτρέπει την μη-κρυπτότητα των πραγμάτων και των γεγονότων του κόσμου. Δεν τα αναπαριστά αλλά τα «ενεργοποιεί». Η ουσία της ποίησης είναι η ενεργο-ποίηση,  το εν-έργω-τίθεσθαι, η αποκάλυψη των όντων και των καταστάσεών τους, ώστε να είναι δυνατή η θέασή τους. Όπως μέσα στο δάσος ανοίγουμε μονοπάτια δημιουργώντας ελεύθερο χώρο για να πορευτούμε, έτσι και η ποιητική γλώσσα ενεργοποιεί  τη διαδικασία νοηματοδότησης των πραγμάτων «ανοίγοντας» και διευρύνοντας το νοητικό τους περιεχόμενο.

Κι όλα αυτά συντελούνται εδώ, στον δημόσιο χώρο, όπου ο ποιητής πρέπει να είναι παρόν. Εκτεθειμένος και εκδιδόμενος.

Γιατί αν δεν εκδίδεται δεν υπάρχει._

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s